
Όλοι οι ασθενείς έχουν δικαίωμα στην προστασία του προσωπικού τους απορρήτου και στην εύλογη προσδοκία ότι η εμπιστευτικότητα των προσωπικών τους πληροφοριών θα διατηρηθεί με σχολαστικότητα από κάθε επαγγελματία υγείας. Το δικαίωμα στην προστασία προσωπικού απορρήτου και το καθήκον εμπιστευτικότητας των επαγγελματιών υγείας, ισχύουν ανεξάρτητα από τον τρόπο (π.χ. ηλεκτρονικό, φωτογραφικό, ή μέσω βιολογικού δείγματος) με τον οποίο έχουν διατηρηθεί ή μεταβιβαστεί οι πληροφορίες. Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους επαγγελματίες υγείας και διευθετεί θέματα εμπιστευτικότητας πληροφοριών και τήρησης απορρήτου στον τομέα υγείας . Διαμορφώνει μέρος των Ευρωπαϊκών Προτύπων Εμπιστευτικότητας και Προσωπικού Απορρήτου στον τομέα υγείας , τα οποία επεξηγούν την παρούσα οδηγία και παρέχουν συστάσεις στους φορείς υγείας , με βάση θεμελιώδεις νομικές αρχές και αρχές δεοντολογίας . Τα Πρότυπα περιέχουν επίσης ένα γλωσσάριο . Το κείμενο των Προτύπων και της Οδηγίας, διατίθενται σε διάφορες γλώσσες στη διαδικτυακή διεύθυνση www . eurosocap . org .
Τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα είναι κυρίως ηθικά πρότυπα, που έχουν αναπτυχθεί εντός του νομικού πλαισίου με βάση το οποίο λαμβάνουν αποφάσεις οι επαγγελματίες υγείας σχετικά με την προστασία, τη χρήση και την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών. Οι επαγγελματίες υγείας δεν δεσμεύονται όλοι από τις ίδιες νομικές υποχρεώσεις περί απορρήτου, όλοι όμως υποχρεούνται στην τήρησή του.
Η Οδηγία επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία στις ανάγκες ευπαθών ομάδων ασθενών. Οι ανάγκες των ευπαθών ομάδων ασθενών είναι μεγαλύτερες ως προς τα θέματα απορρήτου – καθώς υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος παραβίασής του σχετικά με τον κίνδυνο παραβίασης απορρήτου άλλων ασθενών. Απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα από την πλευρά των επαγγελματιών υγείας για να διασφαλιστεί ο σεβασμός του δικαιώματος προστασίας προσωπικού απορρήτου των ευάλωτων ασθενών και η εκπλήρωση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας απέναντί τους.
Στην παρούσα Οδηγία, εξετάζονται τρεις τομείς που αφορούν τη διαφύλαξη, χρήση και αποκάλυψη.
1. Βασικές αρχές τήρησης απορρήτου στη φροντίδα υγείας. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να σέβονται τις ακόλουθες τρεις βασικές αρχές τήρησης απορρήτου στη φροντίδα υγείας.
2. Υποστήριξη των ευπαθών ατόμων. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίζουν ότι παρέχεται στα ευπαθή άτομα κάθε αναγκαία υποστήριξη που θα τους δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα των θεμάτων απορρήτου και να τους βοηθήσει να εκφράσουν τις επιθυμίες τους.
3. Προστασία των ευπαθών ατόμων. Κάθε φορά που κάποιος ασθενής αναγνωρίζεται ως ευπαθής από επαγγελματία υγείας, η ως άνω αναγνώριση, η φύση αυτής και η αιτιολόγησή της, θα πρέπει, με τη συναίνεση του ασθενή ή του νομικού εκπροσώπου του, να καταγράφεται στις σημειώσεις του συγκεκριμένου περιστατικού.
4. Ανικανότητα. Σε περιπτώσεις στις οποίες ένας επαγγελματίας υγείας θεωρεί ότι η αποκάλυψη πληροφοριών εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το συμφέρον ενός ασθενούς που δεν είναι σε θέση να συναινέσει, τότε θα πρέπει να συζητήσει το θέμα με το νόμιμος εκπρόσωπο του ασθενούς (συμπεριλαμβανομένου γονέα / κηδεμόνα στην περίπτωση ανηλίκου). Εάν ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν παρέχει τη συναίνεση, τότε ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να ακολουθήσει την καλύτερη δυνατή πρακτική που ισχύει στη χώρα του, για την επίλυση της διαφοράς.
5. Καταστάσεις επείγουσας ανάγκης. Σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης, μπορεί να γίνει χρήση ή αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών ενός ασθενούς, αλλά μόνο των απολύτως αναγκαίων για την αντιμετώπιση της επείγουσας κατάστασης.
6. Αποκάλυψη πληροφοριών μετά από θάνατο. Το απόρρητο των πληροφοριών ενός ασθενούς πρέπει να διαφυλάσσεται και μετά το θάνατο του ασθενούς.
7. Στην περίπτωση που ένας ικανός προς δικαιοπραξία ασθενής έχει αιτηθεί ρητά τη διαφύλαξη του απορρήτου του, τότε η εν λόγω αίτηση πρέπει να γίνει σεβαστή.
8. Στην περίπτωση που κάποιος επαγγελματίας υγείας θεωρεί ότι η αποκάλυψη πληροφοριών μετά το θάνατο ενός ασθενούς μπορεί να είναι αναγκαία, επιθυμητή, ή εάν έχει λάβει αίτηση για αποκάλυψη πληροφοριών και δεν έχει συγκεκριμένες οδηγίες από τον εν λόγω ασθενή, τότε ο επαγγελματίας αυτός πρέπει να θεωρήσει την εν λόγω κατάσταση ως μία κατάσταση ενδεχόμενης αποκάλυψης πληροφοριών σε τρίτους ή αποκάλυψης για λόγους προστασίας ενός νομικά κατοχυρωμένου κοινού συμφέροντος. (Δείτε τις παραγράφους 19-23 της Οδηγίας).
9. Πρόσβαση ασθενούς στις πληροφορίες φροντίδας υγείας του. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να σέβονται τα αιτήματα των ασθενών για πρόσβαση στις πληροφορίες φροντίδας υγείας τους και να συμμορφώνονται με τις νομικές υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους νόμους περί προστασίας δεδομένων.
10. Παροχή διαρκούς ενημέρωσης στον ασθενή. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι ασθενείς τους, ή και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, έχουν ενημερωθεί με τρόπο κατάλληλο ως προς τις ανάγκες επικοινωνίας του ασθενούς:
11. Οι ασθενείς, ή όποτε είναι απαραίτητο, οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους, πρέπει να είναι ενημερωμένοι για το είδος των πληροφοριών που είναι αναγκαίο να διατεθούν για τις ατομικές ανάγκες υγείας του ασθενούς. Με προϋπόθεση ότι οι ασθενείς ενημερώνονται μ‘ αυτό τον τρόπο, η ρητή συναίνεση δεν είναι αναγκαία, η υπονοούμενη συναίνεση αρκεί για τη σύμφωνα με ηθικούς κανόνες διάθεση των πληροφοριών του ασθενούς με σκοπό τη φροντίδα της υγείας του.
12. Κλινικός έλεγχος. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια να προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι πολιτικές του οργανισμού για τους κλινικούς ελέγχους, είναι συμβατές με τις ηθικές απαιτήσεις περί απορρήτου.
13. Φροντιστές. Τα ενδεχόμενα οφέλη από η διάθεση των πληροφοριών με τον ανεπίσημο φροντιστή, θα πρέπει να συζητούνται με τον ασθενή και/ή το νόμιμο εκπρόσωπό του. Ωστόσο, το γεγονός ότι η εν λόγω διάθεση πληροφοριών μπορεί να είναι ωφέλιμη, δεν εξαλείφει το καθήκον διαφύλαξης απορρήτου που έχει ο επαγγελματίας υγείας προς τον ασθενή.
14. Πολυκλαδικές ομάδες. Η ομάδα φροντίδας υγείας μπορεί να συμπεριλαμβάνει προσωρινά μέλη για συγκεκριμένες εργασίες και οι επαγγελματίες υγείας δεν πρέπει να αποκαλύπτουν πληροφορίες σε προσωρινά μέλη εκτός αν αυτά υπόκεινται σε καθήκον τήρησης απορρήτου για το συγκεκριμένο επίπεδο αποκάλυψης πληροφοριών.
Οι πολυκλαδικές ομάδες θα πρέπει να συμφωνήσουν σε στρατηγικές για οποιαδήποτε αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών σε άτομα πέραν της ομάδας.
Οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να έχουν διαφορετικά κριτήρια και όρια για την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως για παράδειγμα σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια. Είναι σημαντικό για κάθε επαγγελματία υγείας να εξοικειωθεί με τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις και να ρυθμίσει ανάλογα την όποια αποκάλυψη πληροφοριών.
15. Ομάδες από διαφορετικές υπηρεσίες / φορείς. Στις περιπτώσεις που έχει προγραμματιστεί η συμμετοχή προσωπικού από άλλες υπηρεσίες, αυτό θα πρέπει να συζητηθεί πρώτα με τον ασθενή ή/και το νόμιμό εκπρόσωπο του. Ο σκοπός της συμμετοχής όποιας άλλης υπηρεσίας θα πρέπει να έχει διευκρινιστεί ταυτόχρονα με το σκοπό της σχεδιαζόμενης διάθεσης πληροφοριών.
Στην περίπτωση που ένας ασθενής ή ο νόμιμός του εκπρόσωπος αρνείται να συναινέσει σε συμμετοχή άλλων υπηρεσιών, τότε η άρνησή του θα πρέπει να γίνει σεβαστή, εκτός εάν τίθεται θέμα υπέρτερου συμφέροντος. (Δείτε τις παραγράφους 19-23).
Στην περίπτωση που άλλες υπηρεσίες αιτούνται πληροφορίες σχετικά με ασθενείς, οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να ζητούν πρώτα τη συναίνεση του ασθενή ή του νόμιμου εκπροσώπου του σχετικά με την εν λόγω διάθεση πληροφοριών, καθώς και για το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρόκειται να αποκαλυφθούν.
16. Διπλοί ρόλοι και ευθύνες. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει ν’ αποφεύγουν καταστάσεις διπλών ευθυνών και υποχρεώσεων για την περίπτωση του ίδιου ασθενή, όποτε αυτό είναι δυνατόν.
Στην περίπτωση που ένας επαγγελματίας υγείας έχει διπλές ευθύνες, είναι σημαντικό να παρέχει εξηγήσεις, στην αρχή κάθε ιατρικής συνεδρίας ή αξιολόγησης, στον ασθενή ή/και το νόμιμο εκπρόσωπό του, σχετικά με το πρόσωπο ή οργανισμό για λογαριασμό του οποίου επισκέπτεται τον ασθενή, καθώς και το σκοπό της ιατρικής συνεδρίας ή αξιολόγησης. Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί στον ασθενή ή και το νόμιμο εκπρόσωπο του ότι οι πληροφορίες που διατίθενται δεν θα παραμείνουν απόρρητες.
17. Συναίνεση για δευτερεύοντες σκοπούς. Θα πρέπει να λαμβάνεται ρητή συναίνεση από τον ασθενή ή το νόμιμο εκπρόσωπό του όποτε είναι δυνατόν, πριν από οποιαδήποτε προτεινόμενη δευτερεύουσα χρήση των προσωπικών του πληροφοριών. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει συμφωνία ως προς την αποκάλυψη των πληροφοριών, μόνο οι απολύτως απαραίτητες αναγνωρίσιμες πληροφορίες του ασθενούς θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό στο χώρο της φροντίδας υγείας.
18. Προστασία της ταυτότητας του ασθενούς. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσουν ότι υφίστανται και εφαρμόζονται οι κατάλληλες πολιτικές και τα κατάλληλα πρωτόκολλα για την προστασία της ταυτότητας του ασθενούς στα νοσοκομεία και στις μονάδες όπου εργάζονται, καθώς και μεταξύ των επιτρόπων υπηρεσιών για δευτερεύοντες χρήσεις των αναγνωρίσιμων πληροφοριών των ασθενών.
19. Εφαρμογή ανωνυμίας. Οι πληροφορίες πρέπει να διατηρούνται σε μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση του ασθενούς, μόνο εάν αυτό είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της διατήρησης. Ο χαρακτηρισμός των δεδομένων του ασθενούς ως ανώνυμα συνεπάγεται ότι η ταυτοποίηση του ασθενούς δεν είναι πλέον εφικτή, άμεσα ή έμμεσα από οποιονδήποτε, με βάση τα εν λόγω δεδομένα. Όποτε υπάρχει πρόθεση να καταστούν δεδομένα ανώνυμα, οι ασθενείς ή/και οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους πρέπει να ενημερώνονται από τον επαγγελματία υγείας για την εν λόγω πρόθεση και την ακριβή επίδραση που θα έχει αυτή, ειδικά για τη δυνατότητα πρόσβασης των ασθενών στα δικά τους δεδομένα, την ενημέρωσή τους σχετικά με τη χρήση τους και, κατά συνέπεια, τυχόν ένστασή τους σε τέτοιου είδους χρήση. Οι ασθενείς ή/και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους θα πρέπει να ενημερώνονται για τους σκοπούς της σκοπούμενης επεξεργασίας δεδομένων αφού έχουν καταστεί ανώνυμα.
20. Νομικές υποχρεώσεις προς αποκάλυψη. Στην περίπτωση που κατά την πορεία της σχέσης μεταξύ του επαγγελματία υγείας και του ασθενούς, σαφώς καθίσταται σχετική κάποια νομική υποχρέωση αποκάλυψης πληροφοριών, αυτό θα πρέπει να συζητηθεί με τον ασθενή ή/και το νόμιμο εκπρόσωπό του το συντομότερο δυνατόν, εκτός κι αν μια τέτοια συζήτηση θα μπορούσε να υπονομεύσει το σκοπό της αποκάλυψης στοιχείων. Πριν τη συμμόρφωση με οποιαδήποτε ενδεχόμενη νομική υποχρέωση αποκάλυψης πληροφοριών, οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να βεβαιωθούν ότι η κατάσταση εμπίπτει ξεκάθαρα στην κατηγορία περιπτώσεων για τις οποίες απαιτείται αποκάλυψη πληροφοριών. Πρέπει να διασφαλίσουν ότι κάθε επιχείρημα που ορθά μπορεί τεθεί ενάντια στην αποκάλυψη στοιχείων, θα παρουσιαστεί ενώπιον της αρχής στην οποία απαιτείται να γίνει η εν λόγω αποκάλυψη. Οποιαδήποτε αποκάλυψη στοιχείων πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στα απολύτως αναγκαία στοιχεία και μόνο.
21. Αιτιολόγηση αποκάλυψης στοιχείων. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίζουν ότι είναι ενήμεροι για οποιεσδήποτε νομικές διατάξεις ή αρχές της χώρας τους, σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η στάθμιση των συμφερόντων.
22. Όταν πρόκειται για καταστάσεις οι οποίες ενέχουν την αποκάλυψη στοιχείων για την προστασία επικαλυπτόμενων δικαιωμάτων τρίτων, κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται στην ουσία της. Το κριτήριο είναι το εάν η αποκάλυψη πληροφοριών για την προστασία συμφερόντων τρίτου υπερισχύει του καθήκοντος εμπιστοσύνης προς τον ασθενή, με βάση το κοινό συμφέρον. Όταν λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την αποκάλυψη αναγνωρίσιμων πληροφοριών ασθενούς πέραν των υπηρεσιών υγείας και σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται υποχρέωση αποκάλυψης πληροφοριών, η απόφαση αυτή πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ισορροπημένης κρίσης.
Παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη κατά τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης είναι, μεταξύ άλλων:
23. Αποκάλυψη για την προστασία των συμφερόντων ασθενούς μη ικανού προς δικαιοπραξία. Στις περιπτώσεις όπου ο ασθενής είναι μη ικανός προς δικαιοπραξία, η αποκάλυψη πληροφοριών μπορεί να αιτιολογείται για την προστασία των συμφερόντων του ασθενούς. Το εάν η αποκάλυψη πληροφοριών αιτιολογείται στην εκάστοτε περίπτωση, αυτό εξαρτάται από προσεκτική στάθμιση του συμφέροντος του ασθενούς μεταξύ διαφύλαξης απορρήτου και του συμφέροντος που διακυβεύεται σε μη αποκάλυψη πληροφοριών.
24. Κατάλληλη πρακτική για αιτιολογημένη αποκάλυψη πληροφοριών. Σε κάθε περίπτωση στην οποία ενέχεται αποκάλυψη πληροφοριών, συνιστάται θερμά στους επαγγελματίες υγείας να συζητούν την περίπτωση με τους συναδέλφους τους χωρίς την αποκάλυψη αναγνωρίσιμων λεπτομερειών του ασθενούς και εάν είναι αναγκαίο, να αναζητούν νομική ή άλλου είδους συμβουλή από ειδικό. Οι περισσότερες από τις καταστάσεις στις οποίες έχουν προκύψει αποφάσεις αποκάλυψης πληροφοριών, απαιτούν καλής ποιότητας επικοινωνία και υποστήριξη του ασθενή του οποίου το απόρρητο πρόκειται να παραβιαστεί. Από τη στιγμή που θα ληφθεί κάποια απόφαση αποκάλυψης πληροφοριών, η συνήθης διαδικασία θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη.
Η εξαίρεση στην προβλεπόμενη διαδικασία είναι η περίπτωση στην οποία η εκ των προτέρων ενημέρωση του ασθενούς για την αποκάλυψη πληροφοριών, θα απέτρεπε την επίτευξη του αιτιολογημένου σκοπού της αποκάλυψης πληροφοριών.
25. Ασφάλεια. Με βάση την ευθύνη του επαγγελματία υγείας για τη διαφύλαξη του απορρήτου του ασθενούς, οι επαγγελματίες θα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να διασφαλίζουν ότι υπάρχουν και εφαρμόζονται οι κατάλληλες πολιτικές και πρωτόκολλα στα ιδρύματα στα οποία εργάζονται, καθώς και μεταξύ επιτρόπων υπηρεσιών για τη διατήρηση της ασφάλειας των πληροφοριών των ασθενών.
Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να έχουν επίγνωση της υποχρέωσης για αυστηρή προστασίας του προσωπικού απορρήτου και της ασφάλειας κατά την επικοινωνία τους με τους ασθενείς, τους νόμιμους εκπροσώπους τους, τους φροντιστές τους αλλά και συναδέλφους, ειδικά στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούνται μη άμεσες μέθοδοι επικοινωνίας, όπως τηλεφωνική επικοινωνία, επικοινωνία διαμέσου διαδικτύου ( e - mail ) και τηλεομοιοτυπία ( fax ).
Ως νόμιμος εκπρόσωπος θεωρείται ένα πρόσωπο το οποίο ορίζεται δικαστικά για να εκπροσωπεί ή και να λαμβάνει αποφάσεις εκ μέρους ενός άλλου προσώπου το οποίο δεν έχει την ικανότητα συναίνεσης.